Πέμπτη 22 Δεκεμβρίου 2016

H Παθολογική 'Eκφραση του Αρνητικού στον Ψυχισμό & στην Ψυχαναλυτική Διαδικασία




Abstract ink design by Aggie Puff
Η εργασία του αρνητικού ακολουθεί τις αντιθέσεις ανάμεσα στην ενόρμηση ζωής ή έρωτα και στην ενόρμηση θανάτου ή καταστροφής (Green, 2011 σελ. 15)

Υπάρχουν [...] εκδηλώσεις, όπου το αρνητικό μπορεί να γίνει καταστροφικό, μέσω της ενόρμησης καταστροφής, οδηγώντας τον ψυχισμό τελικά σε απόσυρση, παθολογικό ναρκισσισμό και αποεπένδυση των αντικειμένων (Μπεράτη, 2011, σελ.37).  

 [...] αυτό που, ίσως λανθασμένα, ονομάστηκε ένστικτο θανάτου, βασίζεται με μια από-αντικειμενοποιούσα λειτουργία, δηλαδή στη διεργασία μέσω της οποίας ένα αντικείμενο χάνει την ιδιαίτερη ατομικότητά του, τη μοναδικότητα που έχει για μας και γίνεται ένα οποιαδήποτε αντικείμενο ή και καθόλου αντικείμενο. […] Η από-αντικειμενοποιούσα λειτουργία συνεπάγεται μια (αρνητική) από-επένδυση των εξωτερικών, εσωτερικών ή ακόμη και μεταβατικών αντικειμένων. Το αποκαλούμενο ένστικτο θανάτου γίνεται μια τάση για αυτοεξαφάνιση. Συνδέεται λιγότερο με την επιθετικότητα και περισσότερο με την ιδιότητα του τίποτε. Green, 2011, σελ. 112)

 Σήμερα είτε ακολουθεί κανείς τον Freud αναφερόμενος στη σιωπηλή καταστροφικότητα που δρα μέσα μας- αυτή που ο Freud ονόμασε ενόρμηση θανάτου- είτε σκέπτεται τη βιαιότητα της καταστροφής του άλλου, όπως της προέβαλε η Melanie Klein, ή τέλος σταθεί στην ιδέα της εξαντλήσεως των δυνάμεων της ζωής λόγω αποδιοργανωτικών ρήξεων και διασκορπισμού όπως τονίζει ο Pierre Marty […] οπωσδήποτε καλείται να αναλογισθεί κλινικές εικόνες στις οποίες ορισμένα στοιχεία ρήγνυνται ή αφανίζονται, τα μνημονικά ίχνη αποδιοργανώνονται, ενώ οι αναπαραστάσεις θρυμματίζονται και οι συνδέσεις κάμπτονται. (Ποταμιάνου, 2011 σελ. 45)

Η αρνητική ψευδαίσθηση στις παθολογικές εκφράσεις της, τα λευκά της σκέψεως, το άδειο των διαρροών, η απόρριψη του αντικειμένου, τα συμπτώματα αποπροσωποποιήσεως, οι αντιληπτικές διαταραχές, όλα αυτά είναι διαδρομές που υπογραμμίζουν αποδιοργανούσες κινήσεις του ψυχισμού. 

[…] όταν ο Green περιγράφει το παθολογικό αρνητικό παρουσιάζει την ανικανότητα του ατόμου να αναπαραστήσει το πρωτογενές αντικείμενο εσωτερικά και αυτό καταλήγει ενδοψυχικά σε «τρύπα» και συναισθηματικό κενό. Το πρωταρχικό αντικείμενο δεν υπάρχει ως εσωτερικευμένο αντικείμενο και επομένως δεν είναι ικανό να συμβολοποιηθεί ή να αναπαρασταθεί εν τη απουσία του […] Για τον Winnicott εδώ μόνο το αρνητικό είναι πια πραγματικό. (Ποταμιάνου, 2011 σελ. 45)

Όταν ο Winnicott μιλά για την αρνητική πλευρά των σχέσεων εννοεί « τη σταδιακή αποτυχία που πρέπει να βιώνει το παιδί όταν οι γονείς του δεν είναι διαθέσιμοι» (1971, σ.21). Αυτή ή έλλειψη διαθεσιμότητα των γονιών προκαλεί δύο διαφορετικά βιώματα. Το ένα η αίσθηση της κακίας του αντικειμένου με όλη την επιθετικότητα που περιλαμβάνεται στο κλάμα, στα ουρλιαχτά, στην αναταραχή και την αναστάτωση. Εδώ το αρνητικό ταυτίζεται με το κακό ως αντίθετο του θετικού, δηλαδή του καλού. Αλλιώς αυτή η μη διαθεσιμότητα συνδέεται με τη μη παρουσία του αντικειμένου. Θα προσέξατε ότι δεν χρησιμοποιώ τη λέξη απουσία γιατί στην απουσία υπάρχει ελπίδα της επιστροφής της παρουσίας. Επίσης, δεν είναι απώλεια, γιατί την απώλεια μπορεί κανείς να την πενθήσει. Στη περίπτωση αυτή η αναφορά στο αρνητικό είναι σε αυτό που δεν υπάρχει, στο κενό, στο άδειο, δηλαδή στο σβησμένο. Οι δύο πλευρές[μη παρουσία και απουσία] πρέπει να διαφοροποιούνται. Η συμβολή του Winnicott συνίσταται στο ότι έδειξε τον τρόπο που αυτό το αρνητικό, αυτή η μη ύπαρξη, κάποια στιγμή θα γίνει το μόνο αληθινό πράγμα. Μετά αυτό που συμβαίνει, ακόμη και όταν το αντικείμενο εμφανιστεί, είναι ότι η πραγματικότητα του αντικειμένου εξακολουθεί να συνδέεται με τη μη ύπαρξη του αντικειμένου. (Green, 2011 σελ. 110-11)   

Ο Bion κάνει επίσης μια διάκριση ανάμεσα στο «nothing” και το «no thing”, με άλλα λόγια ανάμεσα στο τίποτε και το μη πράγμα, διακρίνει δηλαδή την απουσία ως απουσία αντικειμένου […] και το τίποτε ως έναν κόσμο που τα αντικείμενα καταστράφηκαν (Green, 2011 σελ.23-24) Η επιστροφή της παρουσίας του αντικειμένου δεν επαρκεί για να επουλωθούν οι καταστροφικές συνέπειες της υπερβολικά μακράς απουσίας. Η μη ύπαρξη έχει οικειοποιηθεί το νου, διαγράφοντας τις αναπαραστάσεις του αντικειμένου που υπήρχαν πριν από την απουσία του. […]  Αυτό που περιγράφω εδώ είναι σταθερό στις περιπτώσεις αυτές, πολλές από τις οποίες εμφανίζουν αρνητική θεραπευτική αντίδραση. (Green, 2011 σελ. 110-11)

Η αρνητική θεραπευτική αντίδραση κλινικά εκδηλώνεται με έναν παράδοξο τρόπο. Ο αναλυτής διαπιστώνει ότι ο συγκεκριμένο αναλυόμενος αντί να παρουσιάσει βελτίωση, παρουσιάζει επιδείνωση, παρά το ότι η ψυχαναλυτική ερμηνευτική διαδικασία είναι σωστή. […] Η αντίδραση αυτή του ψυχισμού δεν οφείλεται μόνο στη σχέση Εγώ και Υπερεγώ σε ενοχή και στην ανάγκη για τιμωρία, αλλά και σε δυνάμεις λιγότερο εμφανείς που συνδέονται με την ισορροπία μεταξύ των δύο ενορμήσεων, λιβιδινικής και της ενόρμησης καταστροφής […] Εάν η αρνητική θεραπευτική αντίδραση συνδέεται κατά κύριο λόγο με ενοχή και ένταση μεταξύ εγώ και υπερεγώ υπάρχει δυνατότητα πρόσβασης κατά την αναλυτική διαδικασία. Εάν όμως η ενόρμηση καταστροφής βρίσκεται αδέσμευτη σε μεγάλο ποσοστό χωρίς τη δυνατότητα σύνδεσης με ψυχική αναπαράσταση σε κάποια ψυχική δομή, τότε η αναλυτική παρέμβαση στην αρνητική θεραπευτική αντίδραση παραμένει ιδιαίτερα προβληματική (Μπεράτη, 2011 σελ.32)

Μάλιστα, στις περιπτώσεις αυτές, κατά καιρούς, ούτε ο αναλυτής ούτε ο ασθενής υπάρχουν στη συνεδρία. Αυτές οι άμυνες κινητοποιούνται κάθε φορά που το υλικό πλησιάζει σε οτιδήποτε σημαντικό. Ο νους του ασθενή σταματά να εγγράφει τις ερμηνείες του αναλυτή. Οι ερμηνείες αποκλείονται, ο ασθενής λέει πως το μυαλό του είναι άδειο, δεν παράγονται συνειρμοί. Για κάποιο χρονικό διάστημα, η αναλυτική διεργασία παραλύει. (Green, 2011 σελ. 110-11)

[…] το αναπαραστατικό κενό από το οποίο όλοι βγαίνουμε, μπορεί να λειτουργήσει στο μεθύστερο μέσα μας ως ιδέα ενός βαράθρου όπου οι ενορμήσεις κινούνται σε απουσία αναπαραστάσεων και συναισθημάτων. Οι ακαθόριστες εντάσεις, το ελεύθερο άγχος, τα σωματικά αισθήματα που αναδύονται στη θέση του κενού ψυχικών μορφωμάτων, δηλώνουν καταστάσεις που κρατούνται στο ψυχικά άμορφο. Θα έλεγε κανείς τότε ότι το αρνητικό καλείται να κατακλύσει το Εγώ. […] Η ώση οδηγεί προς αποδόμηση των μορφών. Έτσι, σε ορισμένες στιγμές βλέπουμε να χάνονται οι εικόνες και οι λέξεις, η σκέψη αρνητικοποιείται, σαν να καταστρέφεται. Παραμένουν μερικά σωματικά αισθήματα, ενώ οι μορφές αφανίζονται και οι λέξεις δεν βρίσκουν την ουσία τους.[…] (Ποταμιάνου, 2011 σελ. 50-51)

[…] Ο Freud διευκρινίζει ότι η ενόρμηση  θανάτου αποσκοπεί στο «να διαλύει τις σχέσεις, δηλαδή να καταστρέφει» Σύνδεση- αποσύνδεση: μας παραπέμπει στον πυρήνα της προβληματικής του νοήματος. Συνδέω περισσότερα στοιχεία σημαίνει ότι δημιουργώ νόημα, το οποίο οικειοποιούμαι, κάτι που με κάνει να αισθάνομαι υποκείμενο, να σκέφτομαι τον εαυτό μου. Διαλύω αυτές τις συνδέσεις, τις καταστρέφω, σημαίνει ότι ακυρώνω το νόημα, πράγμα που θέτει σε κίνηση διαδικασίες από-αντικειμενοποίησης και από-υποκειμενοποίησης […] (Αιζενσταιν, 2011 σελ. 56)

Bion] Κάνει μια διάκριση ανάμεσα στη θετική γνωση (Γ+) και την αρνητική γνώση (Γ-). Η αρνητική γνώση υποστηρίζεται από την παντοδυναμία, όπου το να μην γνωρίζεις είναι πλεονεκτικότερο από το να γνωρίζεις […] Ο Bion διατυπώνει την υπόθεση ότι οι καταστροφικές επιθέσεις οδηγούν στην εκκένωση μιας πρώτης ματαίωσης. Αλλά αν αυτή επαναληφθεί, ο Bion προβάλλει το αξίωμα ότι τότε εκκενώνεται ολόκληρη η ψυχή, ως αντίδραση σε αυτή την επανάληψη, επεκτείνοντας το πεδίο της καταστροφής. (Green, 2011 σελ.23-24)

Εδώ συναντάει ο αναλυτής και μια από τις μεγαλύτερες δυσκολίες της δουλειάς του. Κατ’ αρχήν γιατί αναλυόμενοι αποστρέφονται τις διαφοροποιούσες απεικονίσεις και τη νοηματοδότηση, αλλά και διότι αν οι ναρκισσικές άμυνες υποχωρήσουν, το κενό και οι απώλειες, που τις κάλεσαν αποκαλύπτονται. Ο αναλυόμενος καλείται τότε να διαχειρισθεί ακριβώς εκείνο στο οποίο ως τότε η ψυχική του ζωή αντιτίθεται. (Ποταμιάνου, 2011 σελ. 50-51)

Οι μηχανιστικές ή χρηστικές καταστάσεις που έχει περιγράψει η Ψυχοσωματική Σχολή του Παρισιού αποτελούν παθογνωμικά στοιχεία της κλινικής του αρνητικού, πρόκειται για την κλινική του κνεου, της απουσίας, όπου η καταστροφικότητα κατευθύνεται εναντίων των αναπαραστάσεων. Οι ψυχοσωματιστές της Σχολής του Παρισιού χρησιμοποιούν την έννοια της ψυχικοποίησης η οποία αφορά την αναπαραστατική διαδικασία. Χαρακτηρίζει την ικανότητα του ψυχικού οργάνου να συνδέει την ενορμητική διέγερση με τα δίκτυα των αναπαραστάσεων. Η αποψυχικοποίηση, της οποίας χαρακτηριστικό παράδειγμα συνιστά η μηχανιστική ή χρηστική λειτουργία, συναντάται σε περιπτώσεις ορισμένων σωματικών ασθενών. Επίσης εμφανίζεται σε παροδικές τραυματικές καταστάσεις, τις οποίες όλοι μας αντιμετωπίζουμε.[….] Μπορούμε να κατανοήσουμε την αποψυχικοποίηση ως μια αντιτραυματική στρατηγική που τάσσεται στην υπηρεσία της επιβίωσης [ η οποία] υποδηλώνει άλλες δυνατότητες εκφόρτισης μέσα από το σώμα τη συμπεριφορά και την πράξη. Τα εμπόδια που αντιμετωπίζει η ψυχικοποίηση αποτελούν επίσης απόρροια ορισμένων αποτυχιών της ψευδαισθητικής πραγματοποίησης της επιθυμίας στις απαρχές της ψυχικής ζωής. Τότε αυτές οι αποτυχίες επιφέρουν ελλείματα στη δόμηση των αυτοερωτισμών και της φαντασιωσικής ζωής. Η αποψυχικοποίηση συνδέεται λοιπόν με κινήσεις δόμησης και αποδόμησης στο πλαίσιο της ψυχικής λειτουργίας.(Αιζεσταίν, 2011 σελ. 56-57)

 Βιβλιογραφία 

Αιζενστάιν, Μ (2011) Η καταστροφή της διαδικασίας της σκέψης. Στο Ο. Μαράτου & Κ. Μπαζαρίδης Η Εννοια του Αρνητικού στην Ψυχανάλυση (σ. 55- 67) Αθήνα: Ελληνική Ψυχαναλυτική Εταιρεία/ Νήσος.

Green, A (2011) Εκ των υστέρων σχόλιa στην εργασία του αρνητικού. Στο  Ο. Μαράτου & Κ. Μπαζαρίδης Η Εννοια του Αρνητικού στην Ψυχανάλυση (σ. 11- 27) Αθήνα: Ελληνική Ψυχαναλυτική Εταιρεία/ Νήσος. 

Green, A (2011) Η διαισθητική γνώση του αρνητικού στο παιχνίδι και πραγματικότητα. Στο  Ο. Μαράτου & Κ. Μπαζαρίδης Η Εννοια του Αρνητικού στην Ψυχανάλυση (σ. 91-115) Αθήνα: Ελληνική Ψυχαναλυτική Εταιρεία/ Νήσος. 

Μπεράτη, Σ (2011) Το αρνητικό στη ψυχανάλυση. Στο  Ο. Μαράτου & Κ. Μπαζαρίδης Η Εννοια του Αρνητικού στην Ψυχανάλυση (σ.29-37) Αθήνα: Ελληνική Ψυχαναλυτική Εταιρεία/ Νήσος. 

Ποταμιάνου, Α (2011) Τι επιμυθεύεται; Στο  Ο. Μαράτου & Κ. Μπαζαρίδης Η Εννοια του Αρνητικού στην Ψυχανάλυση (σ. 40-54) Αθήνα: Ελληνική Ψυχαναλυτική Εταιρεία/ Νήσος.

Πέμπτη 17 Νοεμβρίου 2016

Η Σεξουαλική Επιφώτιση: Περίληψη -Bollas (2000) Hysteria



Andres Serrano, Bloodstream, 1987
Γύρω στην ηλικία των 3 ετών τα παιδιά βιώνουν μια γεμάτη νόημα εντατικοποίηση στην σεξουαλική έξαρση, καθώς η βιολογική ωρίμανση παρακινεί νέες έντονες σεξουαλικές αισθήσεις (ασχολούνται περισσότερο με τα γεννητικά τουw όργανα και απολαμβάνουν τις αισθήσεις που βιώνουν).

Αυτή η διαδικασία δημιουργεί διαφορετικές ψυχικές αναπαραστάσεις καθώς το παιδί ξεκινά να φαντασιώνει τη μητέρα και τον πατέρα με περισσότερο διακριτούς σεξουαλικούς όρους και αναζητά να έρθει σε επαφή με το σώμα της μητέρας (το στήθος, τα γεννητικά όργανα, τα οπίσθια ή τα πόδια) προκαλώντας είτε ευχαρίστηση, είτε ενόχληση στην μητέρα.
Αν και η σχέση της μητέρας με το βρέφος της είναι ερωτική εξ αρχής, οι νέες αυτές ψυχικές αναπαραστάσεις που τοποθετούν την μητέρα πιο ξεκάθαρα στη θέση του εξωτερικού αντικειμένου, καταστρέφουν την αίσθηση της μητέρας ως διευκολυντικό αντικείμενο. Το παιδί βλέπει πια τη μητέρα του σαν αυτή να είναι το αντικείμενο της ερωτικής του επιθυμίας και αυτό είναι βαθιά ενοχλητικό.
Η σεξουαλική επιθυμία καταστρέφει την αθωότητα που υπήρχε όταν οι σχέσεις του παιδιού με τους γονείς του ήταν πιο απλές, δεδομένου ότι υπήρχε μόνο ο παράγοντας της εξάρτησης. Η έξαρση λοιπόν της σεξουαλικότητας, η οποία υποκινείται από τη βιολογική ωρίμανση, αλλάζει δια παντός τη ζωή του παιδιού καταστρέφοντας την παραδεισένια σχέση που απολάμβανε με τους γονείς του.
Όλα τα παιδιά αναζητούν μια πρόσκαιρη διαφυγή από αυτή τη σύγκρουση (προγεννητική vs. γενετική μητέρα) και το πετυχαίνουν με το να θέσουν τη σεξουαλικότητα έξω από τη σχέση με τη μητέρα «κατηγορώντας» τον πατέρα για αυτή τη διάσπαση. Αν ο πατέρας είναι επαρκής, θα δεχθεί και θα εμπεριέξει αυτή την προβολή. Στην ασυνείδητη φαντασίωση όλων μας λοιπόν υπάρχει ένας πατέρας που παρενοχλεί σεξουαλικά και τραυματίζει. Δεν είναι όμως στην πραγματικότητα ο πατέρας που παρενοχλεί και προκαλεί το τραύμα, αλλά η ίδια η ανάδυση της σεξουαλικότητας που διαλύει την πρότερη σχέση με τη μητέρα, θρυμματίζει την αθωότητα και κατ’ επέκταση τραυματίζει.
Ο σεξουαλικός πατέρας ως φορέας του κακού ευνουχίζεται. Ο ευνουχισμός της σεξουαλικότητας συγκαταλέγεται στους άλλους πρώιμους ευνουχισμούς (απογαλακτισμός, εκπαίδευση στην τουαλέτα) και διαφοροποιείται από το πραγματικό άγχος του ευνουχισμού, το οποίο προκύπτει τόσο ως αποτέλεσμα των αιμομικτικών ορμών, όσο και ως αποτέλεσμα των επιθέσεων του εαυτού στα γεννητικά όργανα του εαυτού και των άλλων.
Αν και το παιδί βρίσκεται στα πρόθυρα να ανακαλύψει πόσο περίπλοκη είναι η ύπαρξη του, στην ηλικία των 2-3 ετών είναι ακόμα ψυχικά ανώριμο και έτσι μεταθέτει για αργότερα (εφηβεία) την επεξεργασία της επίδρασης και του τραύματος της σεξουαλικότητας.
Η σεξουαλική επιφώτιση, όχι μόνο μετατρέπει τη μητέρα από διευκολυντικό αντικείμενο σε σεξουαλικό αντικείμενο, αλλά και σ’ ένα σεξουαλικό αντικείμενο που επιθυμεί τον πατέρα. Η ανακουφιστική ψευδαίσθηση ότι ο μόνος λόγος που η μητέρα και ο πατέρας είναι μαζί είναι η δημιουργία του παιδιού διαλύεται. Η ανακάλυψη ότι η μητρική επιθυμία δεν περιορίζεται στην επιθυμία για το βρέφος και η συνειδητοποίηση ότι ο πατέρας και η μητέρα έχουν ανεξάρτητες από αυτό σεξουαλικές επιθυμίες είναι ουσιαστικά μία επίθεση στην θεώρηση του εαυτού ως κέντρο του κόσμου.
Αυτό που συμβαίνει πιο συχνά αυτή την περίοδο είναι ότι τα παιδιά ξεκινούν να κάνουν ερωτήσεις: «Που ήμουν πριν γεννηθώ;», «Που ήταν η μαμά και ο μπαμπάς πριν συναντηθούν;», «Που είναι ο Θεός;», «Που βρίσκεται ο Παράδεισος;», «Από πού ερχόμαστε;». Οι απαντήσεις των γονέων σε αυτά τα υπαρξιακά ερωτήματα του παιδιού τους θέτουν στα μάτια του παιδιού στη θέση αυτού που γνωρίζει και το περιεχόμενο αυτών των απαντήσεων τα προδιαθέτει προς συγκεκριμένες ταυτίσεις οι οποίες θα καθορίσουν την εικόνα του φύλου του λίγο αργότερα, στην Οιδιπόδεια περίοδο.
Σύμφωνα με το Freud, κάτω από αυτά τα ερωτήματα βρίσκεται μια και μόνο ερώτηση, η οποία αναδύεται όταν το παιδί βλέπει τα γυναικεία γεννητικά όργανα και αυτή είναι «Που είναι το πέος». Η αναζήτηση της γνώσης όπως φαίνεται μέσα από τα ερωτήματα που θέτει το παιδί είναι λοιπόν αποτέλεσμα του άγχους που δημιουργείται όταν το παιδί συνειδητοποιεί τη σεξουαλική διαφορετικότητα.
Το απόν πέος δημιουργεί το άγχος του ευνουχισμού και το παιδί προσπαθεί να εξηγήσει την απουσία του κατασκευάζοντας διάφορες θεωρίες. Ο φορέας του πέους, ο πατέρας, γίνεται η πηγή της γνώσης, το πέος μετατρέπεται ψυχικά σε φαλλό αποκτώντας τη λειτουργία της διείσδυσης και ο πατέρας μετατρέπεται σε Θεό, αντικαθιστώντας τον πρότερο αρχαϊκό Θεό στο σύμπαν του παιδιού, δηλαδή τη μητέρα. Ο πατέρας-Θεός που κατέχει το φαλλό είναι μία τρομερή φιγούρα που απειλεί τον εαυτό με ευνουχισμό και καθώς το παιδί μπαίνει στην Οιδιπόδεια φάση, η επιθυμία του παιδιού για τη μητέρα του θα χρωματιστεί από αυτό το άγχος.
Η σεξουαλική επίγνωση σε συνδυασμό με το άγχος του ευνουχισμού θέτουν τη σχέση του παιδιού και της μητέρας σε νέα βάση. Αυτό που έγινε γνωστό (η σεξουαλικότητα και η επιθυμία για τη μητέρα) χρειάζεται να αποσιωπηθεί και το παιδί φαίνεται ότι προσπαθεί να το πετύχει εκείνες τις φορές που, βάζοντας το χέρι του στο στόμα της μητέρας, μπερδεύει το λόγο της. Το παιδί προσπαθεί να διατηρήσει με αυτό τον τρόπο την προγεννητική μητέρα και με το να της κλείνει το στόμα προσπαθεί να διασφαλίσει ότι το μυστικό τους δεν θα αποκαλυφθεί.
Στην υστερία, το παιδί είναι παγιδευμένο ανάμεσα στα δύο αντικείμενα της επιθυμίας του, τη μητέρα και τον πατέρα και είναι ανίκανο να κατευθύνει είτε προς τον ένα, είτε προς τον άλλο. Εν μέρη, ως αποτέλεσμα της σεξουαλικής επίγνωσης, το υστερικό παιδί βρίσκεται ανάμεσα σε δύο μητέρες, δύο πατεράδες και δύο εαυτούς, βρίσκεται δηλαδή ανάμεσα  στις προγεννετικές  και τις γεννετικές αναπαραστάσεις και δεν μπορεί να απαντήσει ποιον επιθυμεί.
Δεδομένου ότι η σεξουαλική επίγνωση υποκινείται από τη βιολογική ωρίμανση, ο υστερικός στην παιδική ηλικία αντιτάχθηκε σε αυτή τη νέα γνώση του σώματος και των ορμών του, αφού οι νέες ψυχικές αναπαραστάσεις μπορούν να καταστρέψουν την επιθυμία του εαυτού για απλότητα και αθωότητα. 

Τα προβλήματα με το σώμα των υστερικών του 19ου και 20ου αιώνα δείχνουν αυτή τη δυσκολία τους να αναγνωρίσουν  τις σεξουαλικές ορμές  του σώματος και την σεξουαλική επιθυμία των γονιών. Καθώς η σεξουαλική επίγνωση καταστρέφει την αθωότητα και τοποθετεί το παιδί έξω από το κέντρο του σύμπαντος των γονέων, ουσιαστικά αποκλείει το παιδί από την ιδιαίτερη αυτή σχέση τον γονέων. Ο υστερικός ως παιδί δεν είχε θελήσει να αποκλειστεί από κανέναν και από τίποτα. Το υστερικό παιδί λοιπόν αντιμετωπίζει την σύγχυση που δημιουργεί η σεξουαλική επίγνωση με το να δημιουργεί κενά σε αυτά που γνωρίζει. Αποκηρύσσοντας κάθε γνώση γύρω από την σεξουαλικότητα, το υστερικό παιδί διαφυλάσσει την προγεννητική σχέση με τη μητέρα.
Το υστερικό παιδί, επιτιθέμενο στην γνωστική του ανάπτυξη, σταματά την ωρίμανση του εαυτού και παραμένει ένα αθώο παιδί. Πολλά παιδιά που διαγιγνώσκονται με δυσλεξία ή με Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητα (ΔΕΠΥ), μπορεί να είναι υστερικά παιδιά που έχουν αποκηρύξει την γνώση της σεξουαλικότητας και ασυνείδητα έχουν σαμποτάρει την ανάπτυξή τους. Ως ενήλικας και λόγω της αποκήρυξης αυτής της γνώσης, παρουσιάζεται έχοντας μνημονικά κενά, δεν θυμάται δηλαδή πολλά κομμάτια της ιστορίας του.
Καθώς η επίγνωση της σεξουαλικότητας  απειλεί την αθωότητα και την σχέση με την προγεννητική μητέρα, το υστερικό παιδί, όπως και το φυσιολογικό παιδί, προβάλει την σεξουαλικότητα στον πατέρα, μετατρέποντάς την σε παρενόχληση. Το υστερικό παιδί σε αυτό το σημείο αποσεξουαλικοποιεί τον εαυτό και την μητέρα εξιδανικεύοντας τα μη σεξουαλικά χαρακτηριστικά της – την μετατρέπει σε Παναγία και τον εαυτό σε σεξουαλικά αδαή. Μέσω της σχάσης η κακή σεξουαλική μητέρα προβάλλεται σε άλλες γυναίκες που φέρουν ξεκάθαρα τα στοιχεία της πόρνης. Το ίδιο μπορεί να συμβεί και για τον πατέρα. Ο κακός σεξουαλικός πατέρας μπορεί είτε να απωθηθεί είτε να προβληθεί σε αναγνωρίσιμους κακούς άντρες.
Ο υστερικός κατασκευάζει έναν εξιδανικευμένο εαυτό και μία εξιδανικευμένη μητέρα. Η εσωτερική μητέρα επικρίνει την σεξουαλικότητα και επιθυμεί ο υστερικός να μείνει το παιδί της για πάντα. Το ιδεώδες εγώ του υστερικού είναι ο εσωτερικός καθρέφτης του τέλειου εαυτού. Το υστερικό παιδί διατηρεί ένα άκαμπτο αγνό ιδεώδες εγώ που θεωρεί την σεξουαλική ζωή ατιμωτική και προκειμένου να συντηρεί τον ιδανικό εαυτό επιδίδεται σε καλές συμπεριφορές ή απομακρύνεται ασκητικά από όλες τις σχέσεις. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι αυτός ο ιδεώδης εαυτός που αποκηρύσσει τα σεξουαλικά ένστικτα και μετατρέπει το σεξουαλικό πάθος στην έκσταση της αυτοθυσίας για την αγάπη των γονέων, ενθαρρύνεται τόσο κοινωνικά, όσο και από τους ίδιους τους γονείς.
Η αποκήρυξη της γνώσης της σεξουαλικότητας και η ανάγκη της διατήρησης μίας προσεξουαλικής σχέσης που επιτυγχάνεται με την αποσιώπηση και την εξαφάνιση από την μνήμη εμφανίζεται ξανά στην ανάλυση ως συστατικό στοιχείο της ερωτικής μεταβίβασης του υστερικού, ο οποίος επιμένει στην άρνησή του να μιλήσει για την αγάπη του προς τον αναλυτή.
Καθώς η γνώση της σεξουαλικότητας αποκηρύσσεται, αποκηρύσσονται και τα γεννητικά όργανα ως φορέας της, προκειμένου ο υστερικός να ανελιχθεί σε «υψηλότερα» επίπεδα λειτουργίας. Οι ψυχικές, λοιπόν, λειτουργίες που εγκαθίστανται μέσω της αποδοχής των γεννητικών οργάνων, όπως είναι η διεισδυτική αναζήτηση για απαντήσεις και το άνοιγμα περιοχών έρευνας αναβάλλονται. Αντ’ αυτού ο υστερικός καλλιεργεί ένα είδος άγνοιας που είναι πολύ καθοριστική για τη διατήρηση του εαυτού του μικρού αγοριού και κοριτσιού.
Οι ενήλικες υστερικοί μπαίνουν στον πειρασμό να εγκαταλείψουν την σεξουαλικότητα επειδή είναι περίπλοκη. Η αντίθεση ανάμεσα στην αγάπη και την σεξουαλικότητα είναι κεντρικό στοιχείο της υστερίας και αποκτά νόημα αν αναλογιστούμε ότι ο υστερικός θεωρεί τη σεξουαλικότητα ως ένα είδος αποχωρισμού από την αγάπη που μοιάζει μητρική.
Ως παιδιά οι υστερικοί φανερώνουν τη μελλοντική σεξουαλική απάρνηση συμμαχώντας με τις ευάλωτες πλευρές του εαυτού, αρνούμενοι τις πιο προσαρμοσμένες πλευρές του εαυτού. Για παράδειγμα μπορεί να αποφεύγουν κοινωνικές δραστηριότητες ή να παραμένουν στο σπίτι μην πηγαίνοντας στο σχολείο προκειμένου να έχουν την μητρική φροντίδα. Μπορεί να αρρωσταίνουν συχνά και να χρειάζονται φροντίδα είτε από τη μητέρα είτε από κάποιο υποκατάστατό της.
Με την είσοδο στην Οιδιπόδεια φάση, το υστερικό παιδί είναι επίσης σε σύγχυση σχετικά με το πως να συμφιλιωθεί με την γονική σεξουαλικότητα και με το ποια είναι η θέση του στην οικογένεια. Η φυσική τάση είναι να δει τον πατέρα σαν τον κακό εισβολέα στη σχέση με τη μητέρα. Καθώς όμως η μητέρα του υστερικού παιδιού, επιλέγει τον πατέρα και καθώς αυτό χρειάζεται να απαρνηθεί τη σεξουαλικότητα προκειμένου να ξαναγεννηθεί ως αγόρι ή κορίτσι, ο υστερικός μπορεί να αποδεχθεί ένα αποσεξουαλικοποιημένο πατέρα και μία αποσεξουαλικοποιημένη μητέρα προκειμένου να ταιριάξουν με τον αποσεξουαλικοποιημένο εαυτό.
Δεδομένου ότι ο υστερικός αποκηρύσσει τα γεννητικά όργανα για να αποκηρύξει και την σεξουαλικότητα αποκηρύσσει και την σημασία του γένους. Το πιο σημαντικό παράδοξο, ωστόσο είναι η ανταλλαγή της σαρκικής σεξουαλικότητας, της γενετήσιας ενόρμησης, με την πνευματική σεξουαλικότητα. Εκεί που κάποτε το σώμα και οι ενορμήσεις του επικρατούσαν πάνω στον εαυτό, ώστε να αποδεχθεί το ζώο μέσα σε αυτόν, ο υστερικός αρνείται σθεναρά αυτή τη λογική και μετατρέπει τη σαρκική διέγερση σε πνευματική.
Ο υστερικός βιώνει μία μελοδραματική αγάπη. Ο εαυτός βασανίζεται στη θέα  του αντικειμένου της αγάπης, το οποίο δεν μπορεί να αγγίξει. Αυτή η φαινομενική απογοήτευση μετατρέπεται σε έναν υπέροχο πειρασμό που οδηγεί τον εαυτό σε ατελείωτες φαντασιώσεις του αντικειμένου της αγάπης το οποίο με τη σειρά του εξοβελίζεται σ’ ένα ανώτερο επίπεδο. Το σαρκικό σώμα του υστερικού αντιτίθεται στο άλλο του σώμα, την ψυχή, που θα αγγίξει το αντικείμενο της αγάπης του μέσα από την καθαρότητα της αγάπης. Η ιδέα ότι ο εαυτός μπορεί να ενδώσει στους πόθους του σώματος θα κατέστρεφε το δικαίωμα της ψυχής στο αντικείμενο της αγάπης.
Η σεξουαλικότητα λοιπόν του υστερικού δεν βασίζεται απλώς στη θυσία του σώματος. Επιτυγχάνεται μόνο από την ολική εξολόθρευση του σώματος από κάθε σκέψη. Πως συνάδει όμως αυτό με το γεγονός ότι οι υστερικοί εξακολουθούν να κάνουν έρωτα;
Κάθε ερωτευμένος υστερικός βρίσκεται μέσα σε ένα αυτο-υποβαλλόμενο ξόρκι. Κάτω από την πίεση του σεξουαλικού ενστίκτου, αλλά και της σεξουαλικής απαίτησης του άλλου, ο υστερικός μπορεί να εισέλθει στον σεξουαλικό χώρο και να κάνει έρωτα, εκριζώνοντας ψυχικά  την σωματική εμπλοκή και τοποθετώντας στη θέση της την ψυχή. Αυτή είναι η ευτυχία του υστερικού. Η σεξουαλική διέγερση μετατρέπεται σε πνευματική και αυτή η μεταμόρφωση ασυνείδητα συνδέεται είτε με την ψυχική, είτε με την πραγματική αδυναμία του εαυτού να συνευρεθεί ερωτικά με τον άλλο.
Ο έρωτας χωρίς ανταπόκριση είναι συχνά το μονοπάτι που διαλέγει ο υστερικός μέσα από το οποίο το άτομο ανακαλύπτει τη δύναμη της πνευματικότητας. Ο μαζοχισμός του υστερικού συνίσταται στο ότι η σωματική διέγερση από σαρκική μετατρέπεται σε πνευματική καταργώντας τον ερωτισμό και στο ότι οι δονήσεις που οδηγούν στον οργασμό γίνονται κύματα απελπισίας.
Bollas, H (2000) Sexual epiphany (pp.13-26). In Hysteria. London and New York: Rutledge 
Μετάφραση: Στεφανί Ευθυμίου, Περίληψη: Μαργαρίτα Πετεινάκη.